Showing posts with label Βρυξελλοχώρι. Show all posts
Showing posts with label Βρυξελλοχώρι. Show all posts

Tuesday, February 5

Thé jasmin et speculoos

-Καλημέρα σας, έμαθα πως οργανώνετε ένα atélier speculoos το Σάββατο στα πλάισια της Nuit blanche και θα θέλαμε να έρθουμε.
-Μάλιστα, πόσα άτομα;
-Δύο.
-Μπορείτε στις 7 ή στις 9;
-Στις 9 είναι καλύτερα.
-Πολύ καλά, σας περιμένουμε.

Η nuit blanche (λευκή νύχτα) είναι ένα έθιμο που πραγματοποιείται μια φορά το χρόνο στο Βρυξελλοχώρι (από όσο ξέρω και στο Παρίσι). Σάββατο βράδυ μένουν ανοιχτά πολλά ζαχαροπλαστεία/καφέ/χώροι ψυχαγωγίας και μουσεία, μέχρι αρκετά αργά. Παράλληλα διοργανώνονται διάφορες μουσικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις σε διάφορα σημεία της πόλης και όλα μοιάζουν με γιορτή.


Το Arrière Cuisine είναι ένα salon de thé (τσαγιερία) στο κέντρο της πόλης μας. Μικρό και ζεστό, προσφέρει πολλά είδη τσαγιών, αλμυρές τάρτες και λαχταριστά γλυκά. Για την nuit blanche οργάνωσαν ένα atélier παρασκευής speculoos.


To speculoos (προφέρεται "σπεκυλός") είναι το παραδοσιακό βέλγικο μπισκοτάκι κανέλλας που βλέπετε στην φωτογραφία. Είναι λεπτό, αρωματικό και τραγανιστό.

Σάββατο βράδυ, ευτυχώς η βροχή είχε σταματήσει και η νύχτα προβλεπόταν γλυκειά και σχετικά ζεστή. Ξεκινήσαμε λοιπόν, κι εμείς να πάμε να μάθουμε να φτιάχνουμε speculoos. Φτάνοντας στην τσαγερία, διαπιστώσαμε πως ήταν γεμάτη και καταλάβαμε γιατί έπρεπε να δηλώσουμε συμμετοχή. Υπήρξε πολύ μεγάλη ζήτηση και είχαν διοργανωθεί διαδοχικά atéliers ανά μισή ώρα. Με λύπη μας μάθαμε πως δεν θα μας έδειχναν πώς να φτιάξουμε την ζύμη, αλλά μόνο το φορμάρισμα (που δεν είναι και εύκολη υπόθεση τελικά).

Στο βάθος της αίθουσας, ο Σεφ στεκόταν στην κορυφή ενός τραπεζιού για 8 άτομα. Μας έδωσε μια μπάλα ζύμη στον καθένα και μας έδειξε πώς να την μαλακώσουμε, να της δώσουμε μακρόστενο σχήμα, να την τοποθετήσουμε στην φόρμα και μετά να αφαιρέσουμε όσο περίσσευε για να επιτύχουμε το επιθυμητό σχήμα και πάχος. Κατόπιν, τα μπισκοτάκια μας θα ψήνονταν για 1,5 ώρα και εν τω μεταξύ θα μπορούσαμε να φύγουμε και να επιστρέψουμε αργότερα για να παραλάβουμε το λαχταριστό δημιούργημά μας.

Ένιωσα σαν να ήμουν πάλι παιδί και να ήταν Χριστούγεννα ή Πάσχα, τότε που η μαμά μου ετοίμαζε τη ζύμη για τα κουλούρια και εγώ τα φορμάριζα είτε σε φορμίτσες είτε με τα χέρια. Τότε έφτιαχνα παπάκια, γουρουνάκια, αστεράκια ή αρκουδάκια. Και εδώ το ίδιο - αλλά το δικό μου speculoos είχε σχήμα St-Nicolas, δηλαδή του τοπικού Άη-Βασίλη. Επειδή όμως περίμενε και άλλος κόσμος να φτιάξει το speculoos του, φτιάξαμε μόνο ένα ο καθένας.

Περιμένοντας, αποφασίσαμε να μην πάμε βόλτα, αλλά να μείνουμε στην τσαγερία. Ήπιαμε τσάι γιασεμί και φάγαμε τάρτα ζάχαρης (ένα υπέροχο κατασκεύασμα: βάση από ζύμη με καμμένη μαύρη ζάχαρη πάνω! Αρκετές χιλιάδες θερμίδες μέσα σε λίγες απίστευτα λιγωτικές μπουκιές!).

Βγήκα να καπνίσω με την κούπα μου (το τσάι γιασεμί μοσχοβολάει έντονα) και από το διπλανό μπαρ ακουγόταν δυνατά latin jazz. Ο κόσμος πηγαινοερχόταν χαρούμενος, ενώ μέσα από την τσαγερία αναδυόταν μια ορεκτικότατη μυρωδιά ψημένης κανέλλας και ζάχαρης.
Μια από κείνες τις γλυκές βραδιές, που όλα μοιάζουν όμορφα, που έχεις χαρούμενη χαζορομαντική διάθεση -που είναι σπάνιες και κρατούν λίγο.
__________________________
Υ.Γ. Το speculoos μου ήταν ονειρεμένα υπέροχο!
Το ποστ είχε ανέβει και στο μαγαζί μου.

Friday, January 18

Συννεφιασμένο Βρυξελλοχώρι

Η ζωή μου στο Βέλγιο χωρίζεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη αποτελείται από την πρώτη περίοδο παραμονής μου στις Βρυξέλλες και η δεύτερη από την δεύτερη περίοδο παραμονής μου στις Βρυξέλλες (περιμένατε κάτι έξυπνο ε; χα! σας την έσκασα!). Η δεύτερη ξεκίνησε περίπου τριάμιση χρόνια και μάλλον θα κρατήσει αρκετά. Η πρώτη ήταν ακριβώς πριν από έξι χρόνια και διήρκεσε 5 μήνες.


Ήρθα εδώ για να κάνω πρακτική άσκηση (stage). Aυτή είναι η επίσημη εκδοχή. Η αληθινή αιτία ήταν ότι επιθυμούσα διακαώς να φύγω από την Ελλάδα, από την Αθήνα και κυρίως από την οικογενειακή εστία. Ήταν η μεγάλη μου ευκαιρία να κόψω τον ομφάλιο λώρο (25 χρόνια μετά την γέννησή μου), να είμαι ανεξάρτητη, να κάνω ό,τι μου αρέσει... (έτσι νόμιζα δηλαδή). Έκανα λοιπόν την άιτηση για την πρακτική, στην αρχή δε με δέχτηκαν, αλλά μετά άλλαξαν γνώμη (όπως έμαθα μετά, αυτός που είχαν προτιμήσει δεν πήγε τελικά, κι έτσι πήγα εγώ! αποφάγια πήρα δηλαδή). Με ειδοποίησαν στις 19 Φεβρουαρίου και έπρεπε να είμαι εκεί 1η Μαρτίου.


Δεν είχα ξαναζήσει ποτέ, όχι στο εξωτερικό, ούτε καν σε άλλη πόλη, μακριά από την οικογενειακή θαλπωρή και τα προστατευτικά φτερά της μανούλας, δεν είχα ξαναμετακομίσει, ψάξει για σπίτι, προσπαθήσει να προσαρμοστώ, χρειαστεί να νοιαστώ για ψώνια του σούπερ μάρκετ, πληρωμή λογαριασμών και άλλα τέτοια πεζά. Οι μοναδικές φορές που είχα ξαναμπεί σε αεροπλάνο ήταν οι εξής 4: στην πενταήμερη για Ρόδο, δύο φορές που είχα πάει στο Παρίσι και μία που είχα πάει στο Στρασβούργο, πάντα ως τουρίστας.Είχα 12 μέρες στην διάθεσή μου για να βρω εισιτήριο, να μαζέψω βαλίτσες, να αποχαιρετήσω φίλους και γνωστούς και να φύγω! Και δεν είχα καθόλου χρόνο για να συνηθίσω στην ιδέα και να προετοιμαστώ -ούτε ψυχολογικά, ούτε πρακτικά. Και θα πήγαινα σε μια πόλη από την οποία το μόνο που ήξερα ήταν μια φωτογραφία του Ατόμιουμ στο βιβλίο Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου!

Ανάγκα και οι θεοί πείθονται, όμως. Επιλογή δεν είχα -δεν υπήρχε ούτε μία στο εκατομμύριο περίπτωση να χάσω την ιστορική ευκαιρία που μου παρουσιαζόταν, δεν το σκέφτηκα καν! Στις 28 Φεβρουαρίου, λοιπόν "μπήκα σ'ένα αεροπλάνο, πίσω δεν κοιτούσα" και ένιωθα να έχω ψηλώσει 22 πόντους, όχι δύο που λέει το τραγούδι! έφυγα από την Αθήνα φορώντας κοντομάνικο και αφήνοντας πίσω μου έναν ήλιο να! Μετά από 3 ώρες πτήσης, έριξα μια ματιά από το παραθυράκι του αεροπλάνου και είδα όχι πολύ μακριά ένα τεράστιο κατάμαυρο σύννεφο (δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου τέτοιο!). Παρακάλαγα με όλες μου τις δυνάμεις "Αχ, ας μην προσγειωθούμε εκεί! Και βέβαια, ακριβώς εκεί προσγειωθήκαμε! Το αεροπλάνο τρύπησε το μαύρο κι άραχνο σύννεφο και... welcome to Belgium!


Mάλιστα... Ο τρόμος και η απόγνωση που ένιωθα δεν περιγράφονται. Την επόμενη κιόλας μέρα κίνησα προς αναζήτηση σπιτιού. Βγαίνοντας από το μετρό, για να πάω στο πρώτο σπίτι που θα έβλεπα -το οποίο και πήρα, δεν είχα πολλές μέρες στην διάθεσή μου, σε τρεις μέρες θα ξεκινούσε η άσκηση-, θυμάμαι πως ένιωσα σαν μυρμύγκι μπροστά στα τεράστια (και κακάσχημα) κτήρια που αντίκρυσα (μετά έμαθα πως ήταν τα κοινοτικά). Μπήκα σε ένα tabac να αγοράσω τσιγάρα και πρώτο σοκ: οι άνθρωποι δεν μιλούσαν τα γαλλικά που ήξερα (άσε που μερικοί από αυτούς μιλούσαν μιαν άλλη ακατανόητη γλώσσα που μετά έμαθα πως είναι η φλαμανδική έκδοση της ολλανδικής). Δεύτερο σοκ: ήταν η πρώτη μέρα πλήρους απόσυρσης των εθνικών νομισμάτων και αποκλειστικής χρήσης του ευρώ. Μόνο που οι άνθρωποι φυσικά, δεν είχαν ακόμα εξοικειωθεί με το ευρώ και μιλούσαν ακόμα σε βελγικά φράγκα, τα οποία εγώ παντελώς αγνοούσα... Άντε να συνεννοηθεις...


Φτάνω λοιπόν στο σπίτι, ήταν ένα maison de maître αυτά τα κλασικά βέλγικα σπίτια, που σίγουρα έχετε δει σε πίνακες φλαμανδών ζωγράφων και που εκ των υστέρων ανακάλυψα ότι είναι πολύ περιζήτητα. Το κτήριο ήταν του 1919 (κι αυτό αργότερα το έμαθα), δεν πρέπει να είχε ανακαινιστεί μετά τον πόλεμο και η ιδιοκτήτρια έμενε στο ισόγειο και νοίκιαζε τον δεύτερο όροφο. Η διακόσμηση και η επίπλωση του flat ήταν όπως και η ιδιοκτήτρια: με το ένα πόδι στον τάφο. Αλλά επειδή βαριόμουν να ψάχνω και δεν ήθελα να πληρώσω ξενοδοχείο για πάνω από 2 μέρες και επειδή για κάποιο λόγο το συμπαθησα το σπιτακι (είχα δει πρόσφατα και την Amelie και μέσα εκεί ένιωθα κι εγώ σαν γκαρσόνα στην Μονμάρτρη (χωρίς τον Κάσοβιτς και με διαφορετική κουπ, η αλήθεια είναι, αλλά αυτά ήταν λεπτομέρειες) και υπέγραψα επί τόπου!


Εκ των υστέρων, ανακάλυψα επίσης, ότι πάνω από το δικό μου ήταν η σοφίτα, η οποία πρέπει να αποτελούσε μόνιμη κατοικία συμπαθών τρωκτικών, που κάθε βράδυ έκαναν γλέντι εκεί πάνω, αλλά κι αυτό λεπτομέρεια ήταν! Η υπογραφή του ενοικιαστηρίου έγινε στο σπίτι της κυρούλας, η οποία φυσικά μιλούσε άπταιστα βελγικά και είχαμε πρόβλημα επικοινωνίας, καθώς είχα την ατυχία το ενοίκιο να είναι 397 ευρώ. Πού είναι το πρόβλημα, θα αναρωτηθείτε; Το πρόβλημα είναι στο ψηφίο των δεκάδων, γιατί το 90 στα γαλλικά λέγεται quatre-vingt-dix (τέσσερις φορές το είκοσι και δέκα!), ενώ στα βέλγικα nonante. Πιο λογικό το βέλγικο, θα μου πείτε. Σωστό, συμφωνώ, αλλά μην το πείτε στους Γάλλους! Με τα πολλά, συνεννοηθήκαμε, αλλά η κυρούλα θίχτηκε (Α, μα εδώ είναι Βέλγιο, δεσποινίς!).Το άλλο θετικό του σπιτιού ήταν πως η κυρούλα είχε ένα τεράστιο καναδέζικο λυκόσκυλο και 2 γάτους τροφαντούς και δυσκίνητους!


Η άλλη χαριτωμένη εμπειρία ήταν η περιπέτεια της άδειας παραμονής. Κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες για το αν, ως πολίτες κρατών της ΕΕ πρέπει ή όχι να πάρουμε άδεια παραμονής. Εγώ, πάλι, επειδή πρώτη φορά ήμουν σε ξένη χώρα και δεν ήξερα, και καλό είναι να τα έχεις καλά με τις αρχές του τόπου, μη με μαζέψουν και σε καμιά επιχείρηση σκούπα, είπα να την βγάλω. Και μου έβγαλαν το λάδι!


Πέρνω τηλέφωνο στην commune (σα να λέμε το Δήμο) και μου λένε πρέπει να έρθετε εδώ. Πάω κι εγώ και μου λένε, "α, μα δεν έχετε ραντεβού;". Ε, δεν είχα! Μου έδωσαν για τις 19 Μαϊου (31 Ιουλίου θα έφευγα, αλλά δε φάνηκε να τους ενοχλεί που για 3 περίπου μήνες θα ήμουν παράνομη!). Στις 19 Μαϊου όμως, εγώ ήμουν εκδρομή στο Παρισάκι. Όταν επέστρεψα, τους ξανατηλεφώνησα και προφασιζόμενη ότι είχα πολλή δουλειά και δεν μπόρεσα να παρευρεθώ στο σημαντικό ραντεβού μου μαζί τους, ζήτησα άλλο ραντεβού.


-Δεν έχουμε πριν από τις 11 Ιουλίου! Που σημαίνει πως θα έχετε την κάρτα σας αρχές Σεπτεμβρίου.


-Ε, ξέρετε, είμαι στο Βέλγιο από αρχές Μάρτη και 31 Ιουλίου φεύγω!


-...


-Τι θα κάνουμε; Δεν μπορώ να έρθω κατ'εξαίρεση πιο νωρίς;


-Όχι, δυστυχώς! (πού νομίζεις κυρά μου πως είσαι; Στο ελλάντα;). Αλλά δε μου λέτε, σκοπεύετε να προβείτε σε αγορά ακινήτου;


-Ε, ασκούμενη είμαι! Και να ήθελα...


-Σκοπεύετε να συστήσετε εταιρία; συνέχισε απτόητος ο υπάλληλος!


"Ναι, με τα 695 ευρώ το μήνα που πέρνω, λέω να αγοράσω το παλάτι και να φτιάξω και μια ναυτιλιακή!" σκέφτηκα, αλλά δεν το είπα γιατί θα μπλοκάριζε ο Βέλγος!


-Ε, δε νομίζω.


-Ε, τότε, δεν χρειάζεστε άδεια παραμονής, κυρία μου!



Καλά πέρασα στο Βέλγιο! Τόσο καλά που μού'λειψε και 2 χρόνια μετά ξανάρθα!



___________________________

Το κείμενο είχε ανέβει και στο μαγαζί μου.